Μεικτό χωριό της επαρχίας Κερύνειας, κατεχόμενο από το 1974 από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής. Βρίσκεται 1,5χμ. περίπου δυτικά του χωριού Μύρτου, σε υψόμετρο 300 περίπου μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και περιβάλλεται από το δάσος Μάντρες στα βορειοδυτικά, από το δάσος Διόριος στα δυτικά και νοτιοδυτικά και από το δάσος Καρπάσια στα νότια. Είναι το δεύτερο σε διοικητική έκταση χωριό της επαρχίας Κερύνειας (μετά τον Κορμακίτη).
Μεγάλο μέρος του χωριού καλύπτεται από το ομώνυμο κρατικό δάσος. Στις υπόλοιπες εκτάσεις του χωριού καλλιεργούντο πριν από την τουρκική εισβολή του 1974 κυρίως σιτηρά, χαρουπιές και ελιές. Ανεπτυγμένη ήταν επίσης η κτηνοτροφία και ιδίως η αιγοπροβατοτροφία.
Στην απογραφή του 1960 οι κάτοικοι του χωριού ήσαν 514 Έλληνες και 359 Τούρκοι. Οι Τούρκοι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό το 1964 εξαιτίας των διακοινοτικών ταραχών που ακολούθησαν την ανταρσία των Τούρκων. Το 1973 ο Ελληνικός πληθυσμός ανερχόταν στους 500 κατοίκους
Το Διόριος είναι κτισμένο σε ωραιότατη τοποθεσία που περιβάλλεται από δάση, ενώ η θέα από την περιοχή του είναι θαυμάσια και απρόσκοπτη μέχρι τον κόλπο της Μόρφου και την περιοχή των αρχαίων Σόλων, το λιμάνι του Ξερού, την πεδιάδα της Μόρφου και τη θάλασσα της Αγίας Ειρήνης.
Η κύρια εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στην Αγία Μαρίνα. Άλλες εκκλησίες του χωριού είναι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο Άγιος Γεώργιος και Αγία Μαύρη.
Επικρατέστερη άποψη για το όνομα του χωριού είναι ότι η ονομασία προήλθε από τις λέξεις δύο όρη γιατί η τοποθεσία του χωριού αντικρίζει δύο λόφους.
Απογραφή Πληθυσμού του 1973
